σαιξπηρικός

-ή, -ό, Ν
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον Άγγλο δραματικό ποιητή Σαίξπηρ (α. «σαιξπηρικό θέατρο» β. «σαιξπηρικά δράματα»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < Σαίξπηρ. Η λ. μαρτυρείται από το 1892 στην εφημερίδα Εφημερίς].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κλόουν — (clown). Αγγλικός όρος που χρησιμοποιείται σε όλο τον κόσμο για να χαρακτηρίσει έναν τύπο καλλιτέχνη, κωμικό και ακροβάτη, που εμφανίζεται στο τσίρκο ή, σπανιότερα, στα θέατρα με ποικίλο πρόγραμμα και στα μιούζικ χολ. Ο κ., στον οποίο λανθασμένα… …   Dictionary of Greek

  • σαιξπήρειος — α, ο, Ν σαιξπηρικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < Σαίξπηρ. Η λ. μαρτυρείται από το 1890 στον Ν. Μ. Δαμιράλη] …   Dictionary of Greek

  • Μάκλιν, Τσαρλς — (Charles Macklin, 1697; – Λονδίνο 1797). Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ιρλανδού ηθοποιού και θεατρικού συγγραφέα Τσαρλς Μακ Λάφλιν (Charles MacLaughlin). Σαιξπηρικός ηθοποιός, έπαιξε στο θέατρο Drury Lane με τον Γκάρικ· ερμήνευσε αξιόλογα τον Μάκβεθ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.